θαλαμηγός
•
- το ιδιωτικό πολυτελές σκάφος αναψυχής Βικιλεξικό
- Ήταν ανοησία μου να έρθω εδώ, εξαρχής. Λέω να τηλεγραφήσω στον Χάρβεϊ να ετοιμάσει τη θαλαμηγό. Μέσα σε μια θαλαμηγό είσαι ασφαλής».
- Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
Ετυμολογία
θαλαμηγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θαλαμηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλαμηγός | θαλαμηγοί |
| Γενική | θαλαμηγού | θαλαμηγών |
| Αιτιατική | θαλαμηγό | θαλαμηγούς |
| Κλητική | θαλαμηγέ | θαλαμηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →