θαλασσίτσα
•
- τρυφερά, με αγάπη, ή με λαχτάρα (μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού) η θάλασσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσίτσα < θάλασσ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσίτσα | θαλασσίτσες |
| Γενική | θαλασσίτσας | θαλασσιτσών |
| Αιτιατική | θαλασσίτσα | θαλασσίτσες |
| Κλητική | θαλασσίτσα | θαλασσίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →