θαλασσοδάρσιμο
•
- ποιητικός τύποςο θαλασσοδαρμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσοδάρσιμο < θαλασσοδαρ(μός) + -σιμο. Αναλύεται σε θαλασο- + δάρσιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσοδάρσιμο | θαλασσοδαρσίματα |
| Γενική | θαλασσοδαρσίματος | θαλασσοδαρσιμάτων |
| Αιτιατική | θαλασσοδάρσιμο | θαλασσοδαρσίματα |
| Κλητική | θαλασσοδάρσιμο | θαλασσοδαρσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →