Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαλασσοδάρσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ποιητικός τύποςο θαλασσοδαρμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαλασσοδάρσιμο < θαλασσοδαρ(μός) + -σιμο. Αναλύεται σε θαλασο- + δάρσιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαλασσοδάρσιμοθαλασσοδαρσίματα
Γενικήθαλασσοδαρσίματοςθαλασσοδαρσιμάτων
Αιτιατικήθαλασσοδάρσιμοθαλασσοδαρσίματα
Κλητικήθαλασσοδάρσιμοθαλασσοδαρσίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →