θαλασσοθεραπεία
•
- θεραπευτική πρακτική με θαλάσσια λουτρά, ή παραμονή σε παραθαλάσσιο τόπο Βικιλεξικό
- ειδικότεραη θεραπεία για διάφορες παθήσεις που βασίζεται στην εκμετάλλευση των ευεργετικών ιδιοτήτων του θαλασσινού νερού και άλλων στοιχείων συνδυασμένων με τη θάλασσα (π.χ. φύκια, αλάτι, λάσπη από θαλασσινό νερό κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσοθεραπεία < θαλασσο- + -θεραπεία λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική thalassothérapie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσοθεραπεία | θαλασσοθεραπείες |
| Γενική | θαλασσοθεραπείας | θαλασσοθεραπειών |
| Αιτιατική | θαλασσοθεραπεία | θαλασσοθεραπείες |
| Κλητική | θαλασσοθεραπεία | θαλασσοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →