θαλασσόλυκος
•
- ναυτικός έμπειρος που έχει ζήσει πολλά χρόνια στα καράβια κι έχει αντιμετωπίσει πολλές φουρτούνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσόλυκος < θαλασσό- + λύκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσόλυκος | θαλασσόλυκοι |
| Γενική | θαλασσόλυκου | θαλασσόλυκων |
| Αιτιατική | θαλασσόλυκο | θαλασσόλυκους |
| Κλητική | θαλασσόλυκε | θαλασσόλυκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →