Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαμβά

επίρρημα
•
  1. καθαρεύουσαθαμπά Βικιλεξικό
    • έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Έρωτας στα χιόνια στη Βικιθήκη [σε μονοτονικό])

Ετυμολογία

θαμβά < θαμβ(ός) + -ά, με λόγια επίδραση στην προφορά του θαμπά < θαμπός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →