θαμμένος
•
- που έχει ταφεί Βικιλεξικό
- που έχει καλυφθεί εξολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του από χώμα ή άλλο υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θάβω
Άλλοι τύποι
θαμμέναθαμμένεθαμμένεςθαμμένηθαμμένηςθαμμένοθαμμένοιθαμμένοςθαμμένουθαμμένουςθαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →