θαμπερός
•
- θαμπός, με θαμπάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαμπερός < θαμπ(ός) + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαμπερός | θαμπερή | θαμπερό |
| Γενική | θαμπερού | θαμπερής | θαμπερού |
| Αιτιατική | θαμπερό | θαμπερή | θαμπερό |
| Κλητική | θαμπερέ | θαμπερή | θαμπερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαμπεροί | θαμπερές | θαμπερά |
| Γενική | θαμπερών | θαμπερών | θαμπερών |
| Αιτιατική | θαμπερούς | θαμπερές | θαμπερά |
| Κλητική | θαμπεροί | θαμπερές | θαμπερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →