θαμπώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος θαμπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θαμπώνομαι | θαμπώνεσαι | θαμπώνεται | θαμπωνόμαστε | θαμπώνεστε | θαμπώνονται |
| Παρατατικός | θαμπωνόμουν / θαμπωνόμουνα | θαμπωνόσουν / θαμπωνόσουνα | θαμπωνόταν / θαμπωνότανε | θαμπωνόμασταν / θαμπωνόμαστε | θαμπωνόσασταν / θαμπωνόσαστε | θαμπωνόντουσαν / θαμπώνονταν |
| Αόριστος | θαμπώθηκα | θαμπώθηκες | θαμπώθηκε | θαμπωθήκαμε | θαμπωθήκατε | θαμπωθήκαν / θαμπωθήκανε / θαμπώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα θαμπωθώ / θα θαμπώνομαι | θα θαμπωθείς / θα θαμπώνεσαι | θα θαμπωθεί / θα θαμπώνεται | θα θαμπωθούμε / θα θαμπωνόμαστε | θα θαμπωθείτε / θα θαμπώνεστε | θα θαμπωθούν / θα θαμπωθούνε / θα θαμπώνονται |
| Παρακείμενος | έχω θαμπωθεί | έχεις θαμπωθεί | έχει θαμπωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θαμπωθεί | είχες θαμπωθεί | είχε θαμπωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θαμπωθεί / να θαμπωθώ / να θαμπώνομαι | να έχεις θαμπωθεί / να θαμπωθείς / να θαμπώνεσαι | να έχει θαμπωθεί / να θαμπωθεί / να θαμπώνεται | να θαμπωθούμε / να θαμπωνόμαστε | να θαμπωθείτε / να θαμπώνεστε | να θαμπωθούν / να θαμπωθούνε / να θαμπώνονται |
| Προστακτική | — | θαμπώνου / θαμπώσου | — | — | θαμπωθείτε / θαμπώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →