θαμπώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι θαμπό (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές) Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι θαμπός (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές) Βικιλεξικό
- βάλε το καλοριφέρ γιατί θάμπωσε το παρμπρίζ
- η έκθεση στον ήλιο θαμπώνει το βερνίκι των επίπλων
- μεταβατικόκάνω κάποιον να μην μπορεί να δει καλά με τη λάμψη μου Βικιλεξικό
- με θάμπωσε ο προβολέας του άλλου αυτοκινήτου απέναντί μου
- μεταβατικόεντυπωσιάζω κάποιον με τη λάμψη μου, την ομορφιά ή τις ικανότητές μου Βικιλεξικό
- θαμπώθηκα από την ομορφιά της
Ετυμολογία
θαμπώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θαμπώνω < ελληνιστική κοινή θαμβόω θαμβόομαι < αρχαία ελληνική θαμβέω / θαμβῶ < θάμβος < τέθηπα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θαμπώνω | θαμπώνεις | θαμπώνει | θαμπώνουμε | θαμπώνετε | θαμπώνουν / θαμπώνουνε |
| Παρατατικός | θάμπωνα | θάμπωνες | θάμπωνε | θαμπώναμε | θαμπώνατε | θάμπωναν / θαμπώναν / θαμπώνανε |
| Αόριστος | θάμπωσα | θάμπωσες | θάμπωσε | θαμπώσαμε | θαμπώσατε | θάμπωσαν / θαμπώσαν / θαμπώσανε |
| Μέλλοντας | θα θαμπώνω / θα θαμπώσω | θα θαμπώνεις / θα θαμπώσεις | θα θαμπώνει / θα θαμπώσει | θα θαμπώνουμε / θα θαμπώσουμε | θα θαμπώνετε / θα θαμπώσετε | θα θαμπώνουν / θα θαμπώνουνε / θα θαμπώσουν / θα θαμπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θαμπώσει | έχεις θαμπώσει | έχει θαμπώσει | έχουμε θαμπώσει | έχετε θαμπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θαμπώσει | είχες θαμπώσει | είχε θαμπώσει | είχαμε θαμπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θαμπώσει / να θαμπώνω / να θαμπώσω | να έχεις θαμπώσει / να θαμπώνεις / να θαμπώσεις | να έχει θαμπώσει / να θαμπώνει / να θαμπώσει | να έχουμε θαμπώσει / να θαμπώνουμε / να θαμπώσουμε | να έχετε θαμπώσει / να θαμπώνετε / να θαμπώσετε | να θαμπώνουν / να θαμπώνουνε / να θαμπώσουν / να θαμπώσουνε |
| Προστακτική | — | θάμπωνε / θάμπωσε | — | — | θαμπώνετε / θαμπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →