θανατερός
•
- θανάσιμος, θανατηφόρος Βικιλεξικό
- […] κι ἂν σκέπαζε τὴ φτώχεια, τὰ χαλάσματα, τὰ τριμμένα ροῦχα καὶ τὰ βασανισμένα πρόσωπα, τὸ πλημμύριζε μὲ τὴ θανατερή ἐρημιὰ τῶν σκοτεινῶν δρόμων καὶ τῶν ἄδειων καφενείων. Μονάχα τὰ κοκαλιάρικα σκυλιὰ κι οἱ πεινασμένες γάτες συνεχίζανε τὸν παιδεμό τους, περνοδιαβαίνοντας ἀπὸ πεζοδρόμιο σὲ πεζοδρόμιο, μυρίζοντας κάθε γωνιὰ καὶ κάθε σκουπίδι.
- Κι οι πλαγιές βάραιναν περισσότερο γεμάτες σιωπή και μάτια φορτωμένα θανατερό μίσος, που μας σημάδευαν. Όλοι έριχναν για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν.
Ετυμολογία
θανατερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θανατερός < θανατηρός. Αναλύεται σε θάνατ(ος) + -ερός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θανατερός | θανατερή | θανατερό |
| Γενική | θανατερού | θανατερής | θανατερού |
| Αιτιατική | θανατερό | θανατερή | θανατερό |
| Κλητική | θανατερέ | θανατερή | θανατερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θανατεροί | θανατερές | θανατερά |
| Γενική | θανατερών | θανατερών | θανατερών |
| Αιτιατική | θανατερούς | θανατερές | θανατερά |
| Κλητική | θανατεροί | θανατερές | θανατερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →