Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θανατερός

/θa.na.teˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. θανάσιμος, θανατηφόρος Βικιλεξικό
    • […] κι ἂν σκέπαζε τὴ φτώχεια, τὰ χαλάσματα, τὰ τριμμένα ροῦχα καὶ τὰ βασανισμένα πρόσωπα, τὸ πλημμύριζε μὲ τὴ θανατερή ἐρημιὰ τῶν σκοτεινῶν δρόμων καὶ τῶν ἄδειων καφενείων. Μονάχα τὰ κοκαλιάρικα σκυλιὰ κι οἱ πεινασμένες γάτες συνεχίζανε τὸν παιδεμό τους, περνοδιαβαίνοντας ἀπὸ πεζοδρόμιο σὲ πεζοδρόμιο, μυρίζοντας κάθε γωνιὰ καὶ κάθε σκουπίδι.
    • Κι οι πλαγιές βάραιναν περισσότερο γεμάτες σιωπή και μάτια φορτωμένα θανατερό μίσος, που μας σημάδευαν. Όλοι έριχναν για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν.

Ετυμολογία

θανατερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θανατερός < θανατηρός. Αναλύεται σε θάνατ(ος) + -ερός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθανατερόςθανατερήθανατερό
Γενικήθανατερούθανατερήςθανατερού
Αιτιατικήθανατερόθανατερήθανατερό
Κλητικήθανατερέθανατερήθανατερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθανατεροίθανατερέςθανατερά
Γενικήθανατερώνθανατερώνθανατερών
Αιτιατικήθανατερούςθανατερέςθανατερά
Κλητικήθανατεροίθανατερέςθανατερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →