θανατοποινίτισσα
•
- αυτή που έχει καταδικαστεί στην ποινή του θανάτου και παραμένει στη φυλακή μέχρι την εκτέλεσή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θανατοποινίτισσα < θανατοποινίτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θανατοποινίτισσα | θανατοποινίτισσες |
| Γενική | θανατοποινίτισσας | θανατοποινιτισσών |
| Αιτιατική | θανατοποινίτισσα | θανατοποινίτισσες |
| Κλητική | θανατοποινίτισσα | θανατοποινίτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →