θανατοφιλία
•
- η ενδόμυχη τάση ενός ατόμου να έλκεται από το θάνατο και οτιδήποτε σχετικό με αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θανατοφιλία < θάνατος + -φιλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θανατοφιλία | θανατοφιλίες |
| Γενική | θανατοφιλίας | θανατοφιλιών |
| Αιτιατική | θανατοφιλία | θανατοφιλίες |
| Κλητική | θανατοφιλία | θανατοφιλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →