θανατώνω
•
- σκοτώνω, εκτελώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θανατώνω < αρχαία ελληνική θανατόω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θανατώνω | θανατώνεις | θανατώνει | θανατώνουμε | θανατώνετε | θανατώνουν / θανατώνουνε |
| Παρατατικός | θανάτωνα | θανάτωνες | θανάτωνε | θανατώναμε | θανατώνατε | θανάτωναν / θανατώναν / θανατώνανε |
| Αόριστος | θανάτωσα | θανάτωσες | θανάτωσε | θανατώσαμε | θανατώσατε | θανάτωσαν / θανατώσαν / θανατώσανε |
| Μέλλοντας | θα θανατώνω / θα θανατώσω | θα θανατώνεις / θα θανατώσεις | θα θανατώνει / θα θανατώσει | θα θανατώνουμε / θα θανατώσουμε | θα θανατώνετε / θα θανατώσετε | θα θανατώνουν / θα θανατώνουνε / θα θανατώσουν / θα θανατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θανατώσει | έχεις θανατώσει | έχει θανατώσει | έχουμε θανατώσει | έχετε θανατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θανατώσει | είχες θανατώσει | είχε θανατώσει | είχαμε θανατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θανατώσει / να θανατώνω / να θανατώσω | να έχεις θανατώσει / να θανατώνεις / να θανατώσεις | να έχει θανατώσει / να θανατώνει / να θανατώσει | να έχουμε θανατώσει / να θανατώνουμε / να θανατώσουμε | να έχετε θανατώσει / να θανατώνετε / να θανατώσετε | να θανατώνουν / να θανατώνουνε / να θανατώσουν / να θανατώσουνε |
| Προστακτική | — | θανάτωνε / θανάτωσε | — | — | θανατώνετε / θανατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →