θαυματοποιός
•
- που κάνει θαύματα Βικιλεξικό
- επάγγελμαπου δίνει παραστάσεις παρουσιάζοντας εντυπωσιακά θεάματα ή τεχνάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαυματοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θαυματοποιός < θαῦμα + ποιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαυματοποιός | θαυματοποιοί |
| Γενική | θαυματοποιού | θαυματοποιών |
| Αιτιατική | θαυματοποιό | θαυματοποιούς |
| Κλητική | θαυματοποιέ | θαυματοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →