Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαφτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο θαμμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαφτός < θάβω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαφτόςθαφτήθαφτό
Γενικήθαφτούθαφτήςθαφτού
Αιτιατικήθαφτόθαφτήθαφτό
Κλητικήθαφτέθαφτήθαφτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαφτοίθαφτέςθαφτά
Γενικήθαφτώνθαφτώνθαφτών
Αιτιατικήθαφτούςθαφτέςθαφτά
Κλητικήθαφτοίθαφτέςθαφτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →