θεάρεστος
•
- πολύ όμορφος Βικιλεξικό
- πολύ ηθικός Βικιλεξικό
- που είναι αρεστός στο θεό Βικιλεξικό
- το θεάρεστο έργο της φιλανθρωπίας
- Ἡ αὐτοῦ Παναγιώτης θεωρήσασα τὸ θεάρεστον τῆς ἐξόχου Βουλῆς ζήτημα, καὶ φιλοτιμίᾳ Ἐκκλησιαστικῇ φιλοτιμιθεῖσα, ὡς ἐν τῷ διατακτικῷ συνοδικῷ Γράμματι φαίνεται, ἐθέσπισε συνοδικῶς τὰς χειροτονίας τῶν ποιμένων ἑκάστης νήσου, καὶ τὰς μὲν τέσσαρας μείζονας τῶν νήσων ἐτίμησεν εἰς Μητροπόλεις, εἰς τὰ Κύθηρα εἰς Ἀρχιεπίσκοπήν, τὰς δὲ νήσους δηλαδὴ τοὺς Παξοὺς καὶ τὴν Ἰθάκην εἰς ἐπισκοπὰς ὑποκειμένας τοῖς ἁγιωτάτοις θρόνοις πρὸς οὓς ἀνέκαθεν ὑπέκειντο. (Ιωάννης Ζαμπέλης, Θεσμοί και οργάνωση της Ιονίου Εκκλησίας (1817–1866), Αθήνα 2019, σελ. 78)
Ετυμολογία
θεάρεστος < θεός + αρεστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεάρεστος | θεάρεστη | θεάρεστο |
| Γενική | θεάρεστου | θεάρεστης | θεάρεστου |
| Αιτιατική | θεάρεστο | θεάρεστη | θεάρεστο |
| Κλητική | θεάρεστε | θεάρεστη | θεάρεστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεάρεστοι | θεάρεστες | θεάρεστα |
| Γενική | θεάρεστων | θεάρεστων | θεάρεστων |
| Αιτιατική | θεάρεστους | θεάρεστες | θεάρεστα |
| Κλητική | θεάρεστοι | θεάρεστες | θεάρεστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →