Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεαματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εντυπωσιάζει όταν τον βλέπεις, που προσφέρει ωραίο θέαμα Βικιλεξικό
    • ο επιθετικός με μια θεαματική ατομική προσπάθεια προσπέρασε τρεις αμυντικούς και έβαλε γκολ

Ετυμολογία

θεαματικός < θέαμα (γενική: θεάματ-ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεαματικόςθεαματικήθεαματικό
Γενικήθεαματικούθεαματικήςθεαματικού
Αιτιατικήθεαματικόθεαματικήθεαματικό
Κλητικήθεαματικέθεαματικήθεαματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεαματικοίθεαματικέςθεαματικά
Γενικήθεαματικώνθεαματικώνθεαματικών
Αιτιατικήθεαματικούςθεαματικέςθεαματικά
Κλητικήθεαματικοίθεαματικέςθεαματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →