θεατρίζω
•
- παρωχημένοδιασύρω, διαπομπεύω Βικιλεξικό
- παθητική φωνήθεατρίζομαι: πηγαίνω (τακτικά) στο θέατρο για παρακολούθηση θεατρικής παράστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεατρίζω < ελληνιστική κοινή θεατρίζω < αρχαία ελληνική θέατρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεατρίζω | θεατρίζεις | θεατρίζει | θεατρίζουμε | θεατρίζετε | θεατρίζουν / θεατρίζουνε |
| Παρατατικός | θεάτριζα | θεάτριζες | θεάτριζε | θεατρίζαμε | θεατρίζατε | θεάτριζαν / θεατρίζαν / θεατρίζανε |
| Αόριστος | θεάτρισα | θεάτρισες | θεάτρισε | θεατρίσαμε | θεατρίσατε | θεάτρισαν / θεατρίσαν / θεατρίσανε |
| Μέλλοντας | θα θεατρίζω / θα θεατρίσω | θα θεατρίζεις / θα θεατρίσεις | θα θεατρίζει / θα θεατρίσει | θα θεατρίζουμε / θα θεατρίσουμε | θα θεατρίζετε / θα θεατρίσετε | θα θεατρίζουν / θα θεατρίζουνε / θα θεατρίσουν / θα θεατρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θεατρίσει | έχεις θεατρίσει | έχει θεατρίσει | έχουμε θεατρίσει | έχετε θεατρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεατρίσει | είχες θεατρίσει | είχε θεατρίσει | είχαμε θεατρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεατρίσει / να θεατρίζω / να θεατρίσω | να έχεις θεατρίσει / να θεατρίζεις / να θεατρίσεις | να έχει θεατρίσει / να θεατρίζει / να θεατρίσει | να έχουμε θεατρίσει / να θεατρίζουμε / να θεατρίσουμε | να έχετε θεατρίσει / να θεατρίζετε / να θεατρίσετε | να θεατρίζουν / να θεατρίζουνε / να θεατρίσουν / να θεατρίσουνε |
| Προστακτική | — | θεάτριζε / θεάτρισε | — | — | θεατρίζετε / θεατρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →