θειαφίζω
•
- ραντίζω με θειάφι για απολύμανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θειαφίζω < θειάφι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θειαφίζω | θειαφίζεις | θειαφίζει | θειαφίζουμε | θειαφίζετε | θειαφίζουν / θειαφίζουνε |
| Παρατατικός | θειάφιζα | θειάφιζες | θειάφιζε | θειαφίζαμε | θειαφίζατε | θειάφιζαν / θειαφίζαν / θειαφίζανε |
| Αόριστος | θειάφισα | θειάφισες | θειάφισε | θειαφίσαμε | θειαφίσατε | θειάφισαν / θειαφίσαν / θειαφίσανε |
| Μέλλοντας | θα θειαφίζω / θα θειαφίσω | θα θειαφίζεις / θα θειαφίσεις | θα θειαφίζει / θα θειαφίσει | θα θειαφίζουμε / θα θειαφίσουμε | θα θειαφίζετε / θα θειαφίσετε | θα θειαφίζουν / θα θειαφίζουνε / θα θειαφίσουν / θα θειαφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θειαφίσει | έχεις θειαφίσει | έχει θειαφίσει | έχουμε θειαφίσει | έχετε θειαφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θειαφίσει | είχες θειαφίσει | είχε θειαφίσει | είχαμε θειαφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θειαφίσει / να θειαφίζω / να θειαφίσω | να έχεις θειαφίσει / να θειαφίζεις / να θειαφίσεις | να έχει θειαφίσει / να θειαφίζει / να θειαφίσει | να έχουμε θειαφίσει / να θειαφίζουμε / να θειαφίσουμε | να έχετε θειαφίσει / να θειαφίζετε / να θειαφίσετε | να θειαφίζουν / να θειαφίζουνε / να θειαφίσουν / να θειαφίσουνε |
| Προστακτική | — | θειάφιζε / θειάφισε | — | — | θειαφίζετε / θειαφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →