θειοπηγή
•
- ιαματική(;) πηγή απ’ όπου αναβλύζει νερό που περιέχει θείο (θειούχο νερό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θειοπηγή < θεί(ο) + -ο- + πηγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θειοπηγή | θειοπηγές |
| Γενική | θειοπηγής | θειοπηγών |
| Αιτιατική | θειοπηγή | θειοπηγές |
| Κλητική | θειοπηγή | θειοπηγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →