Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεληματίας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει ισχυρή θέληση Βικιλεξικό
  2. σπανιότεραθεληματάρης, (θεληματζής, θεληματατζής)· αυτός που κάνει θελήματα (πληρωμένος ή μη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεληματίας < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεληματίαςθεληματίες
Γενικήθεληματίαθεληματιών
Αιτιατικήθεληματίαθεληματίες
Κλητικήθεληματίαθεληματίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →