θεληματίας
•
- αυτός που έχει ισχυρή θέληση Βικιλεξικό
- σπανιότεραθεληματάρης, (θεληματζής, θεληματατζής)· αυτός που κάνει θελήματα (πληρωμένος ή μη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεληματίας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεληματίας | θεληματίες |
| Γενική | θεληματία | θεληματιών |
| Αιτιατική | θεληματία | θεληματίες |
| Κλητική | θεληματία | θεληματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →