Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεληματικός

/θe.li.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από ισχυρή θέληση Βικιλεξικό
  2. που δείχνει άνθρωπο με ισχυρή θέληση Βικιλεξικό
    • θεληματικό πηγούνι
  3. εκούσιος, με τη θέληση κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεληματικός < θέλημα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεληματικόςθεληματικήθεληματικό
Γενικήθεληματικούθεληματικήςθεληματικού
Αιτιατικήθεληματικόθεληματικήθεληματικό
Κλητικήθεληματικέθεληματικήθεληματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεληματικοίθεληματικέςθεληματικά
Γενικήθεληματικώνθεληματικώνθεληματικών
Αιτιατικήθεληματικούςθεληματικέςθεληματικά
Κλητικήθεληματικοίθεληματικέςθεληματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →