Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεματοδοτώ

ρήμα
•
  1. είμαι ή γίνομαι θεματοδότης / θεματοδότρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεματοδοτώ < θεματοδότης + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθεματοδοτώθεματοδοτείςθεματοδοτείθεματοδοτούμεθεματοδοτείτεθεματοδοτούν / θεματοδοτούνε
Παρατατικόςθεματοδοτούσαθεματοδοτούσεςθεματοδοτούσεθεματοδοτούσαμεθεματοδοτούσατεθεματοδοτούσαν / θεματοδοτούσανε
Αόριστοςθεματοδότησαθεματοδότησεςθεματοδότησεθεματοδοτήσαμεθεματοδοτήσατεθεματοδοτήσαν / θεματοδοτήσανε / θεματοδότησαν
Μέλλονταςθα θεματοδοτήσω / θα θεματοδοτώθα θεματοδοτήσεις / θα θεματοδοτείςθα θεματοδοτήσει / θα θεματοδοτείθα θεματοδοτήσουμε / θα θεματοδοτούμεθα θεματοδοτήσετε / θα θεματοδοτείτεθα θεματοδοτήσουν / θα θεματοδοτήσουνε / θα θεματοδοτούν / θα θεματοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω θεματοδοτήσειέχεις θεματοδοτήσειέχει θεματοδοτήσειέχουμε θεματοδοτήσειέχετε θεματοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θεματοδοτήσειείχες θεματοδοτήσειείχε θεματοδοτήσειείχαμε θεματοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσω / να θεματοδοτώνα έχεις θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσεις / να θεματοδοτείςνα έχει θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσει / να θεματοδοτείνα έχουμε θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσουμε / να θεματοδοτούμενα έχετε θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσετε / να θεματοδοτείτενα θεματοδοτήσουν / να θεματοδοτήσουνε / να θεματοδοτούν / να θεματοδοτούνε
Προστακτική—θεματοδότει / θεματοδότησε——θεματοδοτήστε / θεματοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →