θεματοδοτώ
•
- είμαι ή γίνομαι θεματοδότης / θεματοδότρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεματοδοτώ < θεματοδότης + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεματοδοτώ | θεματοδοτείς | θεματοδοτεί | θεματοδοτούμε | θεματοδοτείτε | θεματοδοτούν / θεματοδοτούνε |
| Παρατατικός | θεματοδοτούσα | θεματοδοτούσες | θεματοδοτούσε | θεματοδοτούσαμε | θεματοδοτούσατε | θεματοδοτούσαν / θεματοδοτούσανε |
| Αόριστος | θεματοδότησα | θεματοδότησες | θεματοδότησε | θεματοδοτήσαμε | θεματοδοτήσατε | θεματοδοτήσαν / θεματοδοτήσανε / θεματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα θεματοδοτήσω / θα θεματοδοτώ | θα θεματοδοτήσεις / θα θεματοδοτείς | θα θεματοδοτήσει / θα θεματοδοτεί | θα θεματοδοτήσουμε / θα θεματοδοτούμε | θα θεματοδοτήσετε / θα θεματοδοτείτε | θα θεματοδοτήσουν / θα θεματοδοτήσουνε / θα θεματοδοτούν / θα θεματοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω θεματοδοτήσει | έχεις θεματοδοτήσει | έχει θεματοδοτήσει | έχουμε θεματοδοτήσει | έχετε θεματοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεματοδοτήσει | είχες θεματοδοτήσει | είχε θεματοδοτήσει | είχαμε θεματοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσω / να θεματοδοτώ | να έχεις θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσεις / να θεματοδοτείς | να έχει θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσει / να θεματοδοτεί | να έχουμε θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσουμε / να θεματοδοτούμε | να έχετε θεματοδοτήσει / να θεματοδοτήσετε / να θεματοδοτείτε | να θεματοδοτήσουν / να θεματοδοτήσουνε / να θεματοδοτούν / να θεματοδοτούνε |
| Προστακτική | — | θεματοδότει / θεματοδότησε | — | — | θεματοδοτήστε / θεματοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →