θεματολογία
•
- σύνολο θεμάτων (αντικειμένων) που αντιμετωπίζονται σε ένα έργο, συζήτηση κλπ Βικιλεξικό
- Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)
- συλλογή μικρών κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που συγκροτείται για διδακτικούς σκοπούς, κυρίως για την προετοιμασία υποψηφίων για τις εξετάσεις σε αδίδακτο κείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεματολογία < θέμα + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεματολογία | θεματολογίες |
| Γενική | θεματολογίας | θεματολογιών |
| Αιτιατική | θεματολογία | θεματολογίες |
| Κλητική | θεματολογία | θεματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →