Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την θεματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεματολογικός < θεματολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεματολογικόςθεματολογικήθεματολογικό
Γενικήθεματολογικούθεματολογικήςθεματολογικού
Αιτιατικήθεματολογικόθεματολογικήθεματολογικό
Κλητικήθεματολογικέθεματολογικήθεματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεματολογικοίθεματολογικέςθεματολογικά
Γενικήθεματολογικώνθεματολογικώνθεματολογικών
Αιτιατικήθεματολογικούςθεματολογικέςθεματολογικά
Κλητικήθεματολογικοίθεματολογικέςθεματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →