θεματολογικός
•
- σχετικός με την θεματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεματολογικός < θεματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεματολογικός | θεματολογική | θεματολογικό |
| Γενική | θεματολογικού | θεματολογικής | θεματολογικού |
| Αιτιατική | θεματολογικό | θεματολογική | θεματολογικό |
| Κλητική | θεματολογικέ | θεματολογική | θεματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεματολογικοί | θεματολογικές | θεματολογικά |
| Γενική | θεματολογικών | θεματολογικών | θεματολογικών |
| Αιτιατική | θεματολογικούς | θεματολογικές | θεματολογικά |
| Κλητική | θεματολογικοί | θεματολογικές | θεματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →