θεμελίωση
•
- η ενέργεια του ρήματος θεμελιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεμελίωση < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θεμελίωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεμελίωση | θεμελιώσεις |
| Γενική | θεμελίωσης | θεμελιώσεων |
| Αιτιατική | θεμελίωση | θεμελιώσεις |
| Κλητική | θεμελίωση | θεμελιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →