Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεμελιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα θεμέλια ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
  2. που είναι βασικός και σημαντικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεμελιακός < (ελληνιστική κοινή) < θεμέλιον + -ακός < τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεμελιακόςθεμελιακήθεμελιακό
Γενικήθεμελιακούθεμελιακήςθεμελιακού
Αιτιατικήθεμελιακόθεμελιακήθεμελιακό
Κλητικήθεμελιακέθεμελιακήθεμελιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεμελιακοίθεμελιακέςθεμελιακά
Γενικήθεμελιακώνθεμελιακώνθεμελιακών
Αιτιατικήθεμελιακούςθεμελιακέςθεμελιακά
Κλητικήθεμελιακοίθεμελιακέςθεμελιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →