Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεμιτός

/θe.miˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σύμφωνος προς τις αρχές του δικαίου ή τα έθιμα Βικιλεξικό
  2. που επιτρέπεται από το νόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεμιτός < αρχαία ελληνική θεμιτός < θέμις < τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεμιτόςθεμιτήθεμιτό
Γενικήθεμιτούθεμιτήςθεμιτού
Αιτιατικήθεμιτόθεμιτήθεμιτό
Κλητικήθεμιτέθεμιτήθεμιτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεμιτοίθεμιτέςθεμιτά
Γενικήθεμιτώνθεμιτώνθεμιτών
Αιτιατικήθεμιτούςθεμιτέςθεμιτά
Κλητικήθεμιτοίθεμιτέςθεμιτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →