θεοδικία
•
- θρησκείαη εκδήλωση της θεϊκής εύνοιας ή τιμωρίας σχετικά με ανθρώπινες πράξεις Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη φιλοσοφική δικαίωση του Θεού για τη δημιουργία και την ύπαρξη του κακού στον κόσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεοδικία < θεο- + -δικία (δίκη, τιμωρία) < γαλλικός ελληνογενής όρος théodicée (μαρτυρείται από το 1812)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεοδικία | θεοδικίες |
| Γενική | θεοδικίας | θεοδικιών |
| Αιτιατική | θεοδικία | θεοδικίες |
| Κλητική | θεοδικία | θεοδικίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →