Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεολάτρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που λατρεύει το θεό Βικιλεξικό
    • ο Μελάς στον πρόλογο της κριτικής του για το «Δεκαήμερο» χαρακτηρίζει το Βοκάκιο ως «ρεαλιστή», «γυναικολάτρη και κοσμικό ερωτολόγο» ή αλλού «σαρκολάτρη και πιο ανθρώπινο» σε αντιδιαστολή με τους «ασκητές» Δάντη («θεολάτρη» ή «θεόπνευστο») και Πετράρχη («ιδεολάτρη» ή «ιδανιστή») (Βοκάκιος «Δεκαήμερο» :Το ξεδίπλωμα της ανθρώπινης υποκρισίας, gnomionline.gr, 5/11/2019 https://www.gnomionline.gr/%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7/)

Ετυμολογία

θεολάτρης < θεο- + λάτρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεολάτρηςθεολάτρες
Γενικήθεολάτρηθεολατρών
Αιτιατικήθεολάτρηθεολάτρες
Κλητικήθεολάτρηθεολάτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →