θεολογικός
•
- σχετικός με τη θεολογία και τους θεολόγους Βικιλεξικό
- Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν μαθημάτων. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Γερμανός Καλλιγάς, μητροπολίτης Αθηνών, 1890)
- Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
Ετυμολογία
θεολογικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεολογικός < θεολό(γος) + -ικός : Και ουσιαστικοποιημένο θηλυκό: η θεολογική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεολογικός | θεολογική | θεολογικό |
| Γενική | θεολογικού | θεολογικής | θεολογικού |
| Αιτιατική | θεολογικό | θεολογική | θεολογικό |
| Κλητική | θεολογικέ | θεολογική | θεολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεολογικοί | θεολογικές | θεολογικά |
| Γενική | θεολογικών | θεολογικών | θεολογικών |
| Αιτιατική | θεολογικούς | θεολογικές | θεολογικά |
| Κλητική | θεολογικοί | θεολογικές | θεολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →