Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεομηνία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η οργή, η μάνητα του θεού Βικιλεξικό
  2. καταστροφικό φυσικό φαινόμενο Βικιλεξικό
    • Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών. (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 22 παράγραφος 4)
  3. φοβερή κακοκαιρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεομηνία < (ελληνιστική κοινή) < θεός + μῆνις (οργή του θεού). Μορφολογικά αναλύεται σε θεο- + -μηνία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεομηνίαθεομηνίες
Γενικήθεομηνίαςθεομηνιών
Αιτιατικήθεομηνίαθεομηνίες
Κλητικήθεομηνίαθεομηνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →