θεομπαίχτης
•
- αυτός που δεν σέβεται, που εμπαίζει το Θεό και, γενικότερα, τα θεία Βικιλεξικό
- ειδικότεραο απατεώνας Βικιλεξικό
- μειωτικόο αλλόθρησκος και ο άθεος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεομπαίχτης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεομπαίχτης | θεομπαίχτες |
| Γενική | θεομπαίχτη | θεομπαιχτών |
| Αιτιατική | θεομπαίχτη | θεομπαίχτες |
| Κλητική | θεομπαίχτη | θεομπαίχτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →