Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεομπαίχτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν σέβεται, που εμπαίζει το Θεό και, γενικότερα, τα θεία Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο απατεώνας Βικιλεξικό
  3. μειωτικόο αλλόθρησκος και ο άθεος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεομπαίχτης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεομπαίχτηςθεομπαίχτες
Γενικήθεομπαίχτηθεομπαιχτών
Αιτιατικήθεομπαίχτηθεομπαίχτες
Κλητικήθεομπαίχτηθεομπαίχτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →