θεοποιούμαι
•
- ανάγουν τα θετικά χαρακτηριστικά μου σε υπερφυσικό, υπερβολικά υψηλό, σχεδόν υπεράνθρωπο βαθμό, με εξυψώνουν περισσότερο και από ήρωα ή άγιο, με βλέπουν σαν θεό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος θεοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεοποιούμαι | θεοποιείσαι | θεοποιείται | θεοποιούμαστε | θεοποιείστε | θεοποιούνται |
| Παρατατικός | θεοποιούμουν | θεοποιούσουν | θεοποιούνταν | θεοποιούμασταν / θεοποιούμαστε | θεοποιούσασταν / θεοποιούσαστε | θεοποιούνταν |
| Αόριστος | θεοποιήθηκα | θεοποιήθηκες | θεοποιήθηκε | θεοποιηθήκαμε | θεοποιηθήκατε | θεοποιήθηκαν / θεοποιηθήκαν / θεοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα θεοποιηθώ / θα θεοποιούμαι | θα θεοποιείσαι / θα θεοποιηθείς | θα θεοποιείται / θα θεοποιηθεί | θα θεοποιηθούμε / θα θεοποιούμαστε | θα θεοποιείστε / θα θεοποιηθείτε | θα θεοποιηθούν / θα θεοποιηθούνε / θα θεοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω θεοποιηθεί | έχεις θεοποιηθεί | έχει θεοποιηθεί | έχουμε θεοποιηθεί | έχετε θεοποιηθεί | έχουν θεοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεοποιηθεί | είχες θεοποιηθεί | είχε θεοποιηθεί | είχαμε θεοποιηθεί | είχατε θεοποιηθεί | είχαν θεοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω θεοποιηθεί / να θεοποιηθώ / να θεοποιούμαι | να έχεις θεοποιηθεί / να θεοποιείσαι / να θεοποιηθείς | να έχει θεοποιηθεί / να θεοποιείται / να θεοποιηθεί | να έχουμε θεοποιηθεί / να θεοποιηθούμε / να θεοποιούμαστε | να έχετε θεοποιηθεί / να θεοποιείστε / να θεοποιηθείτε | να έχουν θεοποιηθεί / να θεοποιηθούν / να θεοποιηθούνε / να θεοποιούνται |
| Προστακτική | — | θεοποιήσου | — | — | θεοποιείστε / θεοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →