Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεοστήρικτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον στηρίζει ο θεός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεοστήρικτος < ελληνιστική κοινή θεοστήρικτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοστήρικτοςθεοστήρικτηθεοστήρικτο
Γενικήθεοστήρικτουθεοστήρικτηςθεοστήρικτου
Αιτιατικήθεοστήρικτοθεοστήρικτηθεοστήρικτο
Κλητικήθεοστήρικτεθεοστήρικτηθεοστήρικτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοστήρικτοιθεοστήρικτεςθεοστήρικτα
Γενικήθεοστήρικτωνθεοστήρικτωνθεοστήρικτων
Αιτιατικήθεοστήρικτουςθεοστήρικτεςθεοστήρικτα
Κλητικήθεοστήρικτοιθεοστήρικτεςθεοστήρικτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →