θεοσύνη
•
- θρησκείαη θεία φύση Βικιλεξικό
- η θέωση Βικιλεξικό
- ορθοδοξίαη χάρη του Αγίου Πνεύματος, η θεία Χάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεοσύνη < θε(ός) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεοσύνη | θεοσύνες |
| Γενική | θεοσύνης | θεοσυνών |
| Αιτιατική | θεοσύνη | θεοσύνες |
| Κλητική | θεοσύνη | θεοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →