Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεοτικά

επίθετο, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποενέργειες που γίνονται να προσελκυστεί η ευμένεια μιας θεότητας ή το έλεός της ή αναφέρεται σ’ αυτές (ιδίως για θεραπεία νόσου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεοτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θεοτικός < μεσαιωνική ελληνική θεοτικός < ελληνιστική κοινή θεότης < αρχαία ελληνική θεός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοτικά——
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοτικάθεοτικάθεοτικά
Γενικήθεοτικώνθεοτικώνθεοτικών
Αιτιατικήθεοτικάθεοτικάθεοτικά
Κλητικήθεοτικάθεοτικάθεοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →