Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεοφρούρητος

/θe.oˈfɾu.ɾi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. Βυζάντιοπου φυλάσσεται από τον Θεό, κυρίως για αυτοκράτορες ή το κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεοφρούρητος < μεσαιωνική ελληνική θεοφρούρητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοφρούρητοςθεοφρούρητηθεοφρούρητο
Γενικήθεοφρούρητουθεοφρούρητηςθεοφρούρητου
Αιτιατικήθεοφρούρητοθεοφρούρητηθεοφρούρητο
Κλητικήθεοφρούρητεθεοφρούρητηθεοφρούρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεοφρούρητοιθεοφρούρητεςθεοφρούρητα
Γενικήθεοφρούρητωνθεοφρούρητωνθεοφρούρητων
Αιτιατικήθεοφρούρητουςθεοφρούρητεςθεοφρούρητα
Κλητικήθεοφρούρητοιθεοφρούρητεςθεοφρούρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →