θεοφρούρητος
•
- Βυζάντιοπου φυλάσσεται από τον Θεό, κυρίως για αυτοκράτορες ή το κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεοφρούρητος < μεσαιωνική ελληνική θεοφρούρητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεοφρούρητος | θεοφρούρητη | θεοφρούρητο |
| Γενική | θεοφρούρητου | θεοφρούρητης | θεοφρούρητου |
| Αιτιατική | θεοφρούρητο | θεοφρούρητη | θεοφρούρητο |
| Κλητική | θεοφρούρητε | θεοφρούρητη | θεοφρούρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεοφρούρητοι | θεοφρούρητες | θεοφρούρητα |
| Γενική | θεοφρούρητων | θεοφρούρητων | θεοφρούρητων |
| Αιτιατική | θεοφρούρητους | θεοφρούρητες | θεοφρούρητα |
| Κλητική | θεοφρούρητοι | θεοφρούρητες | θεοφρούρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →