Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεούσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η θρησκόληπτη γυναίκα, αυτή που ασχολείται υπερβολικά με τη θρησκεία και της οποίας στερεοτυπικά η συμπεριφορά και εμφάνιση είναι πολύ συντηρητική Βικιλεξικό
    • Η θεολόγος μας είναι πολύ θεούσα. Όλη την ώρα σταυροκοπιέται.
  2. μεταφορικάάτομο το οποίο είναι (ή παριστάνει ότι είναι) σε υπερβολικό βαθμό θρήσκο ή ηθικό Βικιλεξικό
    • Τσακώθηκα πάλι με τη θεούσα της τάξης για τον Χάρι Πότερ.

Ετυμολογία

θεούσα < θε(ός) + -ούσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεούσαθεούσες
Γενικήθεούσαςθεουσών
Αιτιατικήθεούσαθεούσες
Κλητικήθεούσαθεούσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →