θεούσα
•
- η θρησκόληπτη γυναίκα, αυτή που ασχολείται υπερβολικά με τη θρησκεία και της οποίας στερεοτυπικά η συμπεριφορά και εμφάνιση είναι πολύ συντηρητική Βικιλεξικό
- Η θεολόγος μας είναι πολύ θεούσα. Όλη την ώρα σταυροκοπιέται.
- μεταφορικάάτομο το οποίο είναι (ή παριστάνει ότι είναι) σε υπερβολικό βαθμό θρήσκο ή ηθικό Βικιλεξικό
- Τσακώθηκα πάλι με τη θεούσα της τάξης για τον Χάρι Πότερ.
Ετυμολογία
θεούσα < θε(ός) + -ούσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεούσα | θεούσες |
| Γενική | θεούσας | θεουσών |
| Αιτιατική | θεούσα | θεούσες |
| Κλητική | θεούσα | θεούσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →