θεραπεύω
•
- δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο) Βικιλεξικό
- Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)
- αρχαιοπρεπέςυπηρετώ (μια επιστήμη ή τέχνη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεραπεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεραπεύω (υπηρετώ, λατρεύω, γιατρεύω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεραπεύω | θεραπεύεις | θεραπεύει | θεραπεύουμε | θεραπεύετε | θεραπεύουν / θεραπεύουνε |
| Παρατατικός | θεράπευα | θεράπευες | θεράπευε | θεραπεύαμε | θεραπεύατε | θεράπευαν / θεραπεύαν / θεραπεύανε |
| Αόριστος | θεράπευσα | θεράπευσες | θεράπευσε | θεραπεύσαμε | θεραπεύσατε | θεράπευσαν / θεραπεύσαν / θεραπεύσανε |
| Μέλλοντας | θα θεραπεύσω / θα θεραπεύω | θα θεραπεύεις / θα θεραπεύσεις | θα θεραπεύει / θα θεραπεύσει | θα θεραπεύουμε / θα θεραπεύσουμε | θα θεραπεύετε / θα θεραπεύσετε | θα θεραπεύουν / θα θεραπεύουνε / θα θεραπεύσουν / θα θεραπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θεραπεύσει | έχεις θεραπεύσει | έχει θεραπεύσει | έχουμε θεραπεύσει | έχετε θεραπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεραπεύσει | είχες θεραπεύσει | είχε θεραπεύσει | είχαμε θεραπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεραπεύσει / να θεραπεύσω / να θεραπεύω | να έχεις θεραπεύσει / να θεραπεύεις / να θεραπεύσεις | να έχει θεραπεύσει / να θεραπεύει / να θεραπεύσει | να έχουμε θεραπεύσει / να θεραπεύουμε / να θεραπεύσουμε | να έχετε θεραπεύσει / να θεραπεύετε / να θεραπεύσετε | να θεραπεύουν / να θεραπεύουνε / να θεραπεύσουν / να θεραπεύσουνε |
| Προστακτική | — | θεράπευε / θεράπευσε | — | — | θεραπεύετε / θεραπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →