θεριακή
•
- παρωχημένοφάρμακο ή αντίδοτο για δηλητήριο ζώου Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο όπιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεριακή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεριακή > θηριακή > ελληνιστική κοινή θηριακή (από φράσεις όπως άντίδοτος ή θηριακή, αί θηριακαί κατασκευαί), θηλυκό του θηριακός (σχετικός με δηλητηριώδη ζώα) < αρχαία ελληνική θηρ(ίον) + -ια- + -κός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεριακή | θεριακές |
| Γενική | θεριακής | θεριακών |
| Αιτιατική | θεριακή | θεριακές |
| Κλητική | θεριακή | θεριακές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →