Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεριακή

/θeɾ.ʝaˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοφάρμακο ή αντίδοτο για δηλητήριο ζώου Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοτο όπιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεριακή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεριακή > θηριακή > ελληνιστική κοινή θηριακή (από φράσεις όπως άντίδοτος ή θηριακή, αί θηριακαί κατασκευαί), θηλυκό του θηριακός (σχετικός με δηλητηριώδη ζώα) < αρχαία ελληνική θηρ(ίον) + -ια- + -κός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεριακήθεριακές
Γενικήθεριακήςθεριακών
Αιτιατικήθεριακήθεριακές
Κλητικήθεριακήθεριακές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →