Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεριζοαλωνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θερίζει και αλωνίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεριζοαλωνιστικός < θερίζ(ω) + -ο- + αλωνιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεριζοαλωνιστικόςθεριζοαλωνιστικήθεριζοαλωνιστικό
Γενικήθεριζοαλωνιστικούθεριζοαλωνιστικήςθεριζοαλωνιστικού
Αιτιατικήθεριζοαλωνιστικόθεριζοαλωνιστικήθεριζοαλωνιστικό
Κλητικήθεριζοαλωνιστικέθεριζοαλωνιστικήθεριζοαλωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεριζοαλωνιστικοίθεριζοαλωνιστικέςθεριζοαλωνιστικά
Γενικήθεριζοαλωνιστικώνθεριζοαλωνιστικώνθεριζοαλωνιστικών
Αιτιατικήθεριζοαλωνιστικούςθεριζοαλωνιστικέςθεριζοαλωνιστικά
Κλητικήθεριζοαλωνιστικοίθεριζοαλωνιστικέςθεριζοαλωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →