Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερινός

/θe.ɾiˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοο καλοκαιρινός Βικιλεξικό
    • Οι εκπτώσεις στην Ελλάδα είναι θεσμοθετημένες, διακρίνονται σε χειμερινές και θερινές, με τις ακόλουθες ( συνήθως) περιόδους ισχύος: χειμερινές εκπτώσεις: μέσα Ιανουαρίου – τέλος Φεβρουαρίου θερινές εκπτώσεις: μέσα Ιουλίου – τέλος Αυγούστου. (Αναθεωρηθείς Δείκτης Τιμών Καταναλωτού, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, 2009, σελ. 24)
    • Η Νίκη έμενε κάπου πίσω από την παιδική χαρά της κεντρικής λεωφόρου, που εξακολουθεί να λέγεται Παναγή Τσαλδάρη, κι εγώ λίγο πιο πριν, πίσω από τον ανύπαρκτο σήμερα πια, θερινό κινηματογράφο Άστρα. (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή, εκδ. Ίκαρος, 2012)

Ετυμολογία

θερινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θερινός < θέρ(ος) + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερινόςθερινήθερινό
Γενικήθερινούθερινήςθερινού
Αιτιατικήθερινόθερινήθερινό
Κλητικήθερινέθερινήθερινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερινοίθερινέςθερινά
Γενικήθερινώνθερινώνθερινών
Αιτιατικήθερινούςθερινέςθερινά
Κλητικήθερινοίθερινέςθερινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →