θερμίδα
•
- παλιότερη μονάδα μέτρησης της θερμότητας· αντιστοιχούσε με 4,184 τζάουλ Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησης της ενεργειακής αξίας των τροφίμων Βικιλεξικό
- Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
Ετυμολογία
θερμίδα < θερμίς < θερμός < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calorie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμίδα | θερμίδες |
| Γενική | θερμίδας | θερμίδων |
| Αιτιατική | θερμίδα | θερμίδες |
| Κλητική | θερμίδα | θερμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →