θερμαγωγός
•
- που μεταδίδει θερμότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμαγωγός < (αρχαία ελληνική θέρμη θερμότητα) θερμ- + -αγωγός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική caloporteur ή conducteur de chaleur ή από τη γερμανική Wärmeleiter
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμαγωγός | θερμαγωγή / θερμαγωγός | θερμαγωγό |
| Γενική | θερμαγωγού | θερμαγωγής / θερμαγωγού | θερμαγωγού |
| Αιτιατική | θερμαγωγό | θερμαγωγή / θερμαγωγό | θερμαγωγό |
| Κλητική | θερμαγωγέ | θερμαγωγέ / θερμαγωγή | θερμαγωγό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμαγωγοί | θερμαγωγές / θερμαγωγοί | θερμαγωγά |
| Γενική | θερμαγωγών | θερμαγωγών | θερμαγωγών |
| Αιτιατική | θερμαγωγούς | θερμαγωγές / θερμαγωγούς | θερμαγωγά |
| Κλητική | θερμαγωγοί | θερμαγωγές / θερμαγωγοί | θερμαγωγά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →