Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμασιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπουψηλή θερμοκρασία, πυρετός Βικιλεξικό
    • Σαν την είδε ο βόιβοντας, θερμασιές τον έπιασαν, ζάλες τον ακόλλησαν. (Από το καλαμπακιώτικο δημοτικό τραγούδι «Η μπεΐνα»)
  2. λαϊκότροποελονοσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμασιά < αρχαία ελληνική θερμᾰσία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθερμασιάθερμασιές
Γενικήθερμασιάςθερμασιών
Αιτιατικήθερμασιάθερμασιές
Κλητικήθερμασιάθερμασιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →