θερμοαιμία
•
- το να είναι κάποιος θερμόαιμος, η ιδιότητα του θερμόαιμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμοαιμία < θερμόαιμ(ος) + -ία. Αναλύεται σε θερμο- + αίμ(α) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοαιμία | θερμοαιμίες |
| Γενική | θερμοαιμίας | θερμοαιμιών |
| Αιτιατική | θερμοαιμία | θερμοαιμίες |
| Κλητική | θερμοαιμία | θερμοαιμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →