θερμογραφία
•
- μέτρηση και αποτύπωση / απεικόνιση του θερμικού πεδίου ενός σώματος Βικιλεξικό
- ιατρικήδιαγνωστική μέθοδος που βασίζεται στη μέτρηση και αποτύπωση / απεικόνιση του θερμικού πεδίου ενός σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική thermographie < thermographe < thermo- (αρχαία ελληνική θερμός) + -graphie (< γράφω). Αναλύεται σε θερμο- + -γραφία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμογραφία | θερμογραφίες |
| Γενική | θερμογραφίας | θερμογραφιών |
| Αιτιατική | θερμογραφία | θερμογραφίες |
| Κλητική | θερμογραφία | θερμογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →