θερμογραφικός
•
- που έχει σχέση με το θερμογράφο ή τη θερμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμογραφικός < θερμογράφος / θερμογραφ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμογραφικός | θερμογραφική | θερμογραφικό |
| Γενική | θερμογραφικού | θερμογραφικής | θερμογραφικού |
| Αιτιατική | θερμογραφικό | θερμογραφική | θερμογραφικό |
| Κλητική | θερμογραφικέ | θερμογραφική | θερμογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμογραφικοί | θερμογραφικές | θερμογραφικά |
| Γενική | θερμογραφικών | θερμογραφικών | θερμογραφικών |
| Αιτιατική | θερμογραφικούς | θερμογραφικές | θερμογραφικά |
| Κλητική | θερμογραφικοί | θερμογραφικές | θερμογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →