Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το θερμογράφο ή τη θερμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμογραφικός < θερμογράφος / θερμογραφ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμογραφικόςθερμογραφικήθερμογραφικό
Γενικήθερμογραφικούθερμογραφικήςθερμογραφικού
Αιτιατικήθερμογραφικόθερμογραφικήθερμογραφικό
Κλητικήθερμογραφικέθερμογραφικήθερμογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμογραφικοίθερμογραφικέςθερμογραφικά
Γενικήθερμογραφικώνθερμογραφικώνθερμογραφικών
Αιτιατικήθερμογραφικούςθερμογραφικέςθερμογραφικά
Κλητικήθερμογραφικοίθερμογραφικέςθερμογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →